Η ώρα της Ευρώπης: Προς μια ενωμένη αμυντική αρχιτεκτονική χωρίς αυταπάτες και χωρίς ΗΠΑ;

Γιατί η ευρωπαϊκή άμυνα χρειάζεται κοινό κεντρικό ταμείο, χωρίς να υπονομεύει τη συνεργασία με το ΝΑΤΟ — και γιατί τώρα είναι η ιστορική στιγμή να τολμήσει.
Σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ διακρίνονται κατά τη διάρκεια της συνάντησης του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε με τον Πολωνό πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ στη Βαρσοβία, Πολωνία, στις 26 Μαρτίου 2025. (Photo by Jakub Porzycki/NurPhoto via Getty Images)
Σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ διακρίνονται κατά τη διάρκεια της συνάντησης του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε με τον Πολωνό πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ στη Βαρσοβία, Πολωνία, στις 26 Μαρτίου 2025. (Photo by Jakub Porzycki/NurPhoto via Getty Images)
NurPhoto via Getty Images

Η δημοσίευση της Λευκής Βίβλου για την Ευρωπαϊκή Άμυνα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν λίγες ημέρες, εν μέσω κλιμακούμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και εντεινόμενης δυσπιστίας προς τη στρατηγική αξιοπιστία των ΗΠΑ, φέρνει την Ευρώπη αντιμέτωπη με μια θεμελιώδη στρατηγική επιλογή: θα συνεχίσει να πορεύεται ως quasi ομοσπονδία που εξαρτάται από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και κυρίως από την αμερικανική ισχύ, ή θα προχωρήσει σε πραγματική ένωση των δυνάμεών της για την αυτοτελή υπεράσπιση της ευρωπαϊκής επικράτειας;

Το ερώτημα δεν είναι απλώς αμυντικό. Είναι βαθιά πολιτικό: ποιο πρόβλημα προσπαθεί να λύσει η ΕΕ όταν μιλά για στρατηγική αυτονομία; Και γιατί, παρά τις επανειλημμένες διακηρύξεις, αποτυγχάνει να πείσει τα κράτη-μέλη ότι προσφέρει πραγματική προστιθέμενη αξία στην αμυντική της πολιτική και τη βιομηχανική βάση;

Η ευρωπαϊκή αμυντική ενοποίηση δεν μπορεί να ιδωθεί εκτός του διατλαντικού πλαισίου. Ούτε μπορεί να αγνοήσει την πραγματικότητα του ΝΑΤΟ, στο οποίο ανήκει η συντριπτική πλειονότητα των κρατών-μελών της ΕΕ. Το ζητούμενο δεν είναι η ρήξη με το ΝΑΤΟ — αλλά ο ορισμός του τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Ευρώπη, ιδίως αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέξουν να αποσυρθούν. Για την ώρα, κανείς δεν σχεδιάζει σοβαρά αυτό το σενάριο. Στο ΝΑΤΟ, όλοι περιμένουν να δουν τι θα πουν οι Αμερικανοί. Και αυτό αφήνει την Ευρώπη εκτεθειμένη.

Ακόμη και σήμερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δυσκολεύεται να πείσει τις εθνικές κυβερνήσεις ότι μέσω κοινής δράσης μπορούν να επιτύχουν περισσότερα, γρηγορότερα και φθηνότερα στον τομέα της άμυνας. Στο επίκεντρο της δυσπιστίας βρίσκεται η αμυντική βιομηχανία — ένας τομέας όπου κυριαρχούν τα εθνικά συμφέροντα και η έλλειψη εμπιστοσύνης.

Σε αυτό το πλαίσιο έρχεται η Λευκή Βίβλος του 2025 — μια προσπάθεια με φιλόδοξες προθέσεις, αλλά ανεπαρκή εργαλεία.

Λευκή Βίβλος 2025: Διακηρύξεις χωρίς μηχανισμούς

Η Λευκή Βίβλος της Επιτροπής, αν και παρουσιάζεται ως τομή, στην ουσία περιορίζεται σε έναν γενικό κατάλογο επενδυτικών αναγκών και εργαλείων χρηματοδότησης. Περιλαμβάνει πρόταση για κοινό δανεισμό ύψους 150 δισ. ευρώ, καθώς και σχέδιο κινητοποίησης επιπλέον 650 δισ. ευρώ μέσω χαλάρωσης των δημοσιονομικών περιορισμών. Προβλέπεται επίσης η αξιοποίηση των διαρθρωτικών ταμείων και η αλλαγή του πλαισίου χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Ωστόσο, δεν δημιουργείται ούτε ένας υποχρεωτικός μηχανισμός στρατηγικού σχεδιασμού, ούτε προβλέπεται σαφής προτεραιοποίηση των αναγκών. Το μόνο που διατυπώνεται είναι ευρείες κατηγορίες «κρίσιμων ικανοτήτων», χωρίς χρονοδιάγραμμα, χωρίς δεσμευτικούς στόχους και χωρίς θεσμικό εξοπλισμό για την εφαρμογή τους.

Η Επιτροπή φαίνεται να αποφεύγει τη σύγκρουση με τις εθνικές κυβερνήσεις, προσπαθώντας να λειτουργήσει περισσότερο ως πλατφόρμα διευκόλυνσης παρά ως φορέας συντονισμού. Η απουσία ενός ευρωπαϊκού οργάνου στρατιωτικού σχεδιασμού ή ενός ευρωπαϊκού οργανισμού προμηθειών με ενισχυμένες αρμοδιότητες καθιστά την προσπάθεια εξαιρετικά ευάλωτη.

Το κόστος του κατακερματισμού: μια ήπειρος, 27 στρατιωτικά δόγματα

Η σημερινή κατάσταση της ευρωπαϊκής άμυνας χαρακτηρίζεται από τρομακτικό βαθμό κατακερματισμού:

  • Τα κράτη-μέλη της ΕΕ διαθέτουν περισσότερους από 170 διαφορετικούς τύπους οπλικών συστημάτων.

  • Υπάρχουν 17 τύποι αρμάτων μάχης σε υπηρεσία, ενώ οι ΗΠΑ διαθέτουν μόνο έναν (M1 Abrams).

  • Στον τομέα της αεροπορίας, καταγράφονται 20 διαφορετικά είδη μαχητικών και μεταφορικών αεροσκαφών.

Αυτή η ποικιλία δεν είναι ένδειξη τεχνολογικής υπεροχής, αλλά οργανωτικής αναρχίας. Η ποικιλία πολλαπλασιάζει το κόστος συντήρησης, εκπαίδευσης και διαλειτουργικότητας. Επιπλέον, εμποδίζει κάθε σοβαρή προσπάθεια συλλογικής αποτροπής, αφού οι δυνάμεις των κρατών-μελών δεν μπορούν να αναπτυχθούν ταυτόχρονα ή να επιχειρήσουν συντονισμένα.

Ο χρηματοδοτικός παραλογισμός: όταν οι υπουργοί Άμυνας υπόσχονται και οι υπουργοί Οικονομικών αρνούνται

Η διακηρυγμένη πρόθεση των κρατών-μελών να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες συναντά τα εμπόδια του Συμφώνου Σταθερότητας. Για δεκαετίες, οι στόχοι του ΝΑΤΟ για δαπάνες 2% του ΑΕΠ παραμένουν ευχολόγια. Ακόμη και σήμερα, μόνο 11 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ πλησιάζουν ή ξεπερνούν αυτόν τον στόχο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να ξεπεράσει αυτόν τον φαύλο κύκλο προτείνοντας δανεισμό και μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία. Όμως χωρίς κοινό κεντρικό ταμείο, οι χώρες με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν έχουν κανένα κίνητρο να συμμετάσχουν. Η πρόταση είναι ελκυστική μόνο για χώρες όπως η Βουλγαρία ή η Ρουμανία, που έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.

Ένας εφικτός στόχος: κοινές προμήθειες με κοινό σχεδιασμό

Αντί για αόριστους στόχους, η Ένωση πρέπει να κινηθεί αποφασιστικά σε τρεις άξονες:

  1. Δημιουργία Ευρωπαϊκής Αρχής Προμηθειών, με μόνιμο προσωπικό και θεσμική εξουσιοδότηση για την ενοποίηση των στρατιωτικών απαιτήσεων των κρατών-μελών.

  2. Συγκρότηση Κοινού Ευρωπαϊκού Αμυντικού Ταμείου, στο πρότυπο του Next Generation EU, με ικανότητα έκδοσης ευρωομολόγων για αποκλειστικά αμυντικούς σκοπούς.

  3. Θεσμοθέτηση Στρατηγικού Σχεδίου Αμυντικής Ενοποίησης, με χρονοδιάγραμμα 10 ετών και υποχρεωτική συμμετοχή σε βασικές ικανότητες: άρματα μάχης, αντιαεροπορικά συστήματα, drones, πυρομαχικά μεγάλης εμβέλειας.

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ: κρίσιμη ισορροπία, όχι ανταγωνισμός

Ο φόβος θεσμικής επικάλυψης με το ΝΑΤΟ είναι υπαρκτός, αλλά δεν πρέπει να λειτουργεί παραλυτικά. Το 95% των πολιτών της ΕΕ ζει σε χώρες του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, μόνο το 20% των αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ προέρχεται από κράτη-μέλη της ΕΕ. Αυτή η ανισορροπία πρέπει να διορθωθεί όχι με αποστασιοποίηση από το ΝΑΤΟ, αλλά με ενίσχυση του ευρωπαϊκού σκέλους του.

Η ΕΕ διαθέτει μοναδικές αρμοδιότητες σε πεδία όπως:

  • Κυβερνοασφάλεια,

  • Στρατιωτική κινητικότητα,

  • Ενίσχυση κρίσιμων υποδομών,

  • Ρυθμιστική εποπτεία της αμυντικής αγοράς.

Η αξιοποίηση αυτών των αρμοδιοτήτων μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις δομές του ΝΑΤΟ. Αντίθετα, η απουσία δράσης από πλευράς ΕΕ δημιουργεί στρατηγικό κενό που το ΝΑΤΟ δεν είναι σε θέση να καλύψει μόνο του.

Ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία: αναγκαιότητα, όχι πολυτέλεια

Η απρόβλεπτη συμπεριφορά των ΗΠΑ καθιστά αβέβαιη την αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη. Οι περικοπές στην υποστήριξη της Ουκρανίας και η προσωρινή διακοπή αποστολής όπλων αποτελούν σαφή προειδοποιητικά σημάδια. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναθεωρούν πλέον τη στρατηγική τους εξάρτηση από τις ΗΠΑ, ακόμη και στον εξοπλιστικό τομέα.

Η αμυντική ενοποίηση της Ευρώπης δεν συνεπάγεται απεξάρτηση από τον διατλαντικό δεσμό. Αποτελεί όμως στοιχειώδη υποχρέωση κάθε πολιτικού θεσμού που επιδιώκει στρατηγική κυριαρχία. Η Ευρώπη πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό της, έστω και αν η Ουάσινγκτον επιλέξει να αποσυρθεί.

Η δημόσια γνώμη στηρίζει την ενοποίηση — οι ελίτ διστάζουν

Οι έρευνες κοινής γνώμης αποκαλύπτουν σταθερή στήριξη της στρατηγικής ενοποίησης. Σε πανευρωπαϊκές μετρήσεις, πάνω από 75% των πολιτών επιθυμούν κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και εξωτερική πολιτική. Η αντίσταση προέρχεται κυρίως από τις εθνικές γραφειοκρατίες και τα αμυντικά βιομηχανικά συμπλέγματα, που φοβούνται απώλεια επιρροής.

Η πρόοδος είναι δυνατή μόνο με πολιτική τόλμη και διαφάνεια. Οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να εξηγήσουν ότι η άμυνα δεν είναι ανταγωνιστής της κοινωνικής πολιτικής — είναι ο θεμελιώδης εγγυητής της. Χωρίς ασφάλεια, ούτε η πρόνοια, ούτε η ανάπτυξη μπορούν να διατηρηθούν.

Ρεαλισμός και Ικανότητα: Πόσο κοστίζει η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία;

Οι προκλήσεις της εποχής δεν είναι μόνο πολιτικές και θεσμικές — είναι και αριθμητικές. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση των Bruegel και του Kiel Institute for the World Economy, αν η Ευρώπη επιθυμεί να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ, θα χρειαστεί να επενδύσει τουλάχιστον €250 δισεκατομμύρια ετησίως επιπλέον σε αμυντικές δαπάνες και να προσθέσει 300.000 στρατιώτες — μια δύναμη αντίστοιχη με 50 τεθωρακισμένες ταξιαρχίες.

Η Ρωσία, παρά το διαρκές κόστος του πολέμου στην Ουκρανία, έχει πλέον ισχυρότερες και πιο έμπειρες ένοπλες δυνάμεις από ό,τι το 2022. Η μαζική αναβάθμιση σοβιετικού εξοπλισμού, η τεχνολογική πρόοδος στα UAVs, και η ταχύτατη παραγωγή αρμάτων, τεθωρακισμένων και πυροβολικού ενισχύουν την ικανότητά της να προκαλεί αποσταθεροποίηση.

Για την αποτροπή μίας τέτοιας απειλής, η Ευρώπη θα πρέπει:

- Να αναπτύξει 1.400 άρματα μάχης,

- Να αποκτήσει 2.000 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης,

- Να εξοπλιστεί με 700 μονάδες πυροβολικού,

- Και να καλύψει κενά σε πυρομαχικά, drones, αεράμυνα, δορυφορικές επικοινωνίες και logistics.

Η Γερμανία, που έχει δεσμευθεί να διαθέτει δύο πλήρεις μεραρχίες έως το 2027, απέχει ακόμη σημαντικά από τον στόχο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα πρέπει να αυξήσει τις ετήσιες αμυντικές της δαπάνες στα €140 δισ. (3,5% του ΑΕΠ) και να ενισχύσει το προσωπικό των ενόπλων της δυνάμεων με 100.000 επιπλέον στρατιώτες.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία είναι οικονομικά εφικτή, ιδίως αν υποστηριχθεί από κοινή έκδοση χρέους ύψους €125 δισ. ετησίως για πέντε έτη και συνοδευτεί από αυξήσεις στους εθνικούς αμυντικούς προϋπολογισμούς. Εάν αυτό γίνει με θεσμικό συντονισμό και αποφυγή διπλών εθνικών προμηθειών, μπορεί να έχει και θετικό μακροοικονομικό αντίκτυπο, ενισχύοντας τη βιομηχανική και τεχνολογική βάση της ΕΕ.

Πάνω απ’ όλα όμως, απαιτείται μια θεσμικά εδραιωμένη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη αμυντική πολιτική. Όχι μόνο περισσότερα όπλα, αλλά πολιτική αρχιτεκτονική που να ενώνει τη στρατιωτική ισχύ με την ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Συμπεράσματα: η στρατηγική επιλογή της εποχής μας

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επιλέξει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως οικονομική ένωση ή αν θα εξελιχθεί σε γεωπολιτικός δρων με αυτονομία, ισχύ και αξιοπιστία. Η ευκαιρία υπάρχει — η απειλή είναι ορατή — η τεχνογνωσία επαρκεί. Αυτό που λείπει είναι η απόφαση να ενεργήσει ως Ένωση και όχι ως άθροισμα εθνικών στρατηγικών.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Δεν μπορεί να επαναπαυθεί στη στρατηγική προστασία των ΗΠΑ, παίζοντας δευτερεύοντα ρόλο. Ή μπορεί να αποκτήσει δική της αμυντική ταυτότητα, χτισμένη πάνω σε κοινούς θεσμούς, κοινή χρηματοδότηση και κοινό όραμα.

Ο χρόνος πιέζει. Και η Ευρώπη είναι εκτεθειμένη…

Δημοφιλή