
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι στο ΝΑΤΟ και θα παραμείνουν στο ΝΑΤΟ», διαβεβαίωσε από τις Βρυξέλλες ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, προσερχόμενος στην κρίσιμη σύνοδο των ΥΠΕΞ της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Παράλληλα, απηύθυνε έκκληση για μια φιλόδοξη επανεκτίμηση των αμυντικών υποχρεώσεων των κρατών-μελών, προτείνοντας ως νέο συλλογικό στόχο την κατανομή του 5% του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες προκειμένου η Βορειοατλαντική συμμαχία να παραμείνει βιώσιμη και να γίνει πιο ισχυρή.
Η πρώτη επίσκεψη του νέου επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας στο ΝΑΤΟ συνέπεσε με τη γενικευμένη επιβολή δασμών από τον Πρόεδρο Τραμπ, πολιτική που πλήττει και την Ευρωπαϊκή Ένωση και πυροδοτεί ερωτήματα για τη συνέπεια των ΗΠΑ στις πολυμερείς δεσμεύσεις τους — ιδίως σε ό,τι αφορά το Άρθρο 5 της Συμμαχίας, που προβλέπει συλλογική αμυντική αντίδραση σε περίπτωση επίθεσης κατά κράτους-μέλους.
Απαντώντας σε αυτά τα ερωτήματα, ο Ρούμπιο θέλησε να κλείσει κάθε φημολογία περί αποδέσμευσης των ΗΠΑ από τη Συμμαχία. Απέδωσε τις σχετικές ανησυχίες σε “υστερία και υπερβολή” των μέσων ενημέρωσης, τόσο διεθνώς όσο και εντός Ηνωμένων Πολιτειών.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σήμερα πιο ενεργές από ποτέ στο ΝΑΤΟ», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ο Πρόεδρος Τραμπ έχει καταστήσει σαφές πως υποστηρίζει πλήρως τη Συμμαχία και ότι «θα παραμείνουμε στο ΝΑΤΟ».
Αμυντικοί στόχοι και “σκληρή ισχύς”
Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασής του αποτέλεσε η ανάγκη αναβάθμισης της επιχειρησιακής ικανότητας της Συμμαχίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική συνεισφορά των μελών.
«Αυτή η συμμαχία δεν αποτελείται απλώς από συμμάχους, αλλά από πλούσιες χώρες με προηγμένες οικονομίες που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν περισσότερα», ανέφερε, υποστηρίζοντας έναν ρεαλιστικό οδικό χάρτη προς συνεισφορές της τάξεως του 5%.
Αναγνώρισε μεν τις πολιτικές και κοινωνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά κράτη, έπειτα από δεκαετίες ενίσχυσης κοινωνικών δομών, όμως υπογράμμισε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί σκληρή υπενθύμιση πως η “σκληρή ισχύς” παραμένει απαραίτητη.
«Αν οι απειλές είναι πράγματι τόσο σοβαρές όσο πιστεύουμε, τότε πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με πραγματική και πλήρη δέσμευση», είπε, τονίζοντας ότι «κανείς δεν περιμένει να γίνει αυτό σε ένα ή δύο χρόνια, αλλά η πορεία πρέπει να είναι υπαρκτή».
Ο ίδιος επανέλαβε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι αντίθετος με το ΝΑΤΟ, αλλά με ένα ΝΑΤΟ που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της Συνθήκης. «Η πραγματική ισχύς της Συμμαχίας προκύπτει από τη δέσμευση των μελών της να επενδύσουν στις δυνατότητες αποτροπής και υπεράσπισης των εδαφών τους», ανέφερε.
Ωστόσο η αύξηση των αμυντικών δαπανών που θα κυριαρχήσει στη σύνοδο αποτελεί σημείο προβληματισμού δεδομένου ότι κάποια από τα κράτη μέλη δεν έχουν καταφέρει να αγγίξουν το 2% ενώ κάποια άλλα, όπως ανέφεραν πηγές του ΝΑΤΟ έχουν να αντιμετωπίσουν δημοσιονομικές πιέσεις και φοβούνται τον κοινωνικό αντίτκυπο, ιδίως χώρες όπως η Πορτογαλία και ο Καναδάς, όπου επίκεινται και εκλογές.
Μπορεί οι ΗΠΑ να θέτουν στο τραπέζι αύξηση των αμυντικών δαπανών έως και στο 5% του ΑΕΠ, αλλά αυτό που θέλουν να διαπραγματευτούν οι εταίροι είναι ένα σενάριο - συμφωνία που το ποσό θα ανέρχεται στο 3%-3,5%.